
Συνέχεια απ'το προηγούμενο...
Ο χωρικός φοβήθηκε και έκρυψε την μπάμια,
το χρώμα αμέσως έχασε ωσαν να είδε λάμια.
Μπροστά του δεν αντίκρυζε μια κάποια καμαριέρα,
παρά του αφέντη του έβλεπε την ώρια θυγατέρα.
Που έμοιαζε με του δειλινού το πορφυρό το στέμα,
το φέγγος το περίλαμπρο, το αλικό σαν αίμα,
σαν το φεγγάρι το χλωμό που βγαίνει κάθε βράδυ,
σαν τη σταγόνα της βροχής στο χέρσο το λιβάδι.
Σύχασε κύριε Χωρικέ ,του έγνεψεν η κόρη,
πρώτη φορά μου δεν θωρώ πρατσαλισμένο αγόρι.
Μπορεί ,όπως το κατέχετε,να είμαι μια παρθένα,
κάτι όμως με δασκάλεψε η μάνα μου και μένα.

Καθώς ακούει ο Χωρικός πως μίλησε σαν τσούλα,
σαν καταιγίδα έπεσε επάνω στην Ροδούλα.
Την άδραξε από την κοιλιά, της έσκισε την μπόλια,
μες στο μυαλό του χόρευαν διαβόλια και τριβόλια.
Την ξάπλωσε ανάσκελα, της σήκωσε τα πόδια,
σ'αυτή του την διείσδυση δεν έβρισκε εμπόδια.
Κι'αυτή ,που χρόνια ολάκερα την έτρωγε σαράκι,
ζεστό,υγρό και τρυφερό προσφέρει το μουνάκι.
Μετά την βάζει μπρούμυτα στα τέσσερα την στήνει
και ένα ααχ μακρόσυρτο η αρχόντισσα αφήνει.
Ένοιωσε αγαλλίαση, ένοιωσε μια ζαλάδα,
ήτανε κάτι πιο γλυκό κι'από την μαρμελάδα.
Και έριχνε διπλοπηδιές με τόση μαεστρία,
που του'ρθαν πάλι στο μυαλό προγόνων μεγαλεία.
Και πάνω στην κορύφωση,σ'αυτό το μετερίζι,
ο γάιδαρος ετρόμαξε κι' άρχισε να γκαρίζει.

Συνεχίζεται...








