Το βράδυ αρωματίστηκε,έπλυνε κωλαράκι,
και κίνησε στου Χωρικού να πάει το κονάκι.
Μωρ' είναι γλυκοτσούτσουνος κι'ας είναι και χωριάτης,
στη στράτα αυτά σκεφτότανε ο πούστης επιστάτης.
Έστρωσε τη χωρίστρα του, ίσιαξε το καπέλο,
κι'ευθής χτυπάει για να μπει λες κι'ήτανε μπορντέλο.
Είχε θωρήσει από μακριά πως έκαιγε λυχνάρι,
και χάρηκε που ήτανε μέσα το παληκάρι.
Ο Χωρικός που έτρωγε λίγα βρασμένα χόρτα,
ταράχτηκε σαν άκουσε πως χτύπησε η πόρτα.
Κι'ενώ ετοιμαζότανε μία πορδή να ρίξει,
ευθής υποχρεώθηκε να πάει για ν'ανοίξει.

Ποιός να'ναι αυτός ο άτιμος που μου χαλάει το δείπνο
και βύζιτα μου έρχεται λίγο πριν πάω για ύπνο?
Δραγάτες μη με βρήκανε?μην είναι καν'ασκέρι
για την κατσίκα που'κλεψα πέρσι το καλοκαίρι?
Δραγάτες δεν αντίκρυσε μα ούτε και ασκέρια,
παρά θωρεί τον πουσταρά με φορτωμένα χέρια.
Στό'να κρατούσε έναν ασκό,στο άλλο ένα πιάτο,
τυρόγαλα του πήγαινε και μπρούσκο απ'το μοσχάτο.
Γεια και χαρά σου Χωρικέ, θαρώ πως ήρθε η ώρα
ότι δεν έγινε παλιά να λάβει απόψε χώρα.
Γιατί μ'αυτά που θα σου πω θε να σου ερθει μούγγα,
σαν έχει η τσούρα σου τυρί,δεν άνοιξες και στρούγκα.
Κι'αφού λοιπόν κατέχω τα, τί τράβηξε η Ροδούλα,
στα χέρια σου τα πρόστυχα πρωί με τη δροσούλα,
θέλω γαμήσι φοβερό, βαρβάτο να'ναι γλέντι,
αλλιώς ταχιά την χαραή, τα λέω στον αφέντη.

Συνεχίζεται...
